σιγμός

ο, ΝΑ [σίζω]
η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σίζω, συριστικός ήχος, συριγμός («ἀφίησι... τὰ μὲν συριγμόν,... τὰ δὲ σιγμὸν μικρόν, ὥσπερ αἱ χελῶναι», Αριστοτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιγμός — hissing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγμοῖς — σιγμός hissing masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγμοί — σιγμός hissing masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγμοῦ — σιγμός hissing masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγμούς — σιγμός hissing masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγμῷ — σιγμός hissing masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγμόν — σιγμός hissing masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • свист — род. п. а, укр. свист, род. п. у, др. русск. свистъ, словен. svȋsk шипение , чеш. svist, польск. swist. Отсюда свистать, свистеть, свищу, укр. свистати, свищу, др. русск., ст. слав. свистати συρίζειν (Супр.), словен. sviskati шипеть, брызгать ,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • σίγμα — το, ΝΜΑ, και σῑγμα ΜΑ, και σῑμμα Α άκλ. το δέκατο όγδοο γράμμα τού ελληνικού αλφαβήτου («κάμηλος κεχαραγμένος ἐπὶ τῷ δεξιῷ μηρῷ... σίγμα», πάπ.) νεοελλ. 1. βιολ. α) υπομονάδα τής βακτηριακής πολυμερασης RNΑ, η οποία υπεισέρχεται στην αναγνώριση… …   Dictionary of Greek

  • συνήχεια — ἡ, ΜΑ [συνηχῶ] συριστικός ήχος, σιγμός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.